06
Φεβ 14

absudrum

Η παλαιά ονομασία του χωριού ήταν Μόκρο, που στα βουλγαρικά σημαίνει υγρό και μετονομάσθηκε μετά την Απελευθέρωση σε Λιβαδερό. Ο οικισμός ίσως υπήρχε από του 6ου ή 7ου αιώνα και μάλιστα η κατοίκηση του χωριού είναι συνεχής και αδιάκοπη από τους χρόνους εκείνους μέχρι και σήμερα, αφού διατηρεί την ίδια ονομασία. Από διάφορα ευρήματα στο εξωκλήσι της Αναλήψεως, πιθανολογείται ότι υπήρχε στη θέση αυτή κάποιο μοναστήρι, για το οποίο όμως δεν υπάρχουν άλλες μαρτυρίες ή αναφορές σε γραπτά κείμενα των αρχείων της Ι. Μητροπόλεως ή της επαρχίας, ούτε και η παράδοση φέρνει τέτοιες μνήμες. Απ' όσο θυμάται ο σημερινός κόσμος της επαρχίας, ήταν πάντοτε από τα πολυπληθέστερα χωριά της περιοχής των Καμβουνίων και από τα πιο ορεινά, παλαιότερα δε και μέχρι τη δεκαετία του 1960 από τα πλέον δυσπρόσιτα και απομακρυσμένα, αφού από τα Σέρβια, που ήταν το Αστικό κέντρο της περιοχής, απέχει περί τα 20 χιλιόμετρα και οι δρόμοι ήταν δύσβατοι.

Η μετάβαση των κατοίκων στην αγορά των Σερβίων και η επιστροφή ήταν προβληματική, ιδιαίτερα δε κατά τους χειμερινούς μήνες με τις βροχές, τα χιόνια και τις λάσπες. Μετά το 1950 έγινε κάποιος αμαξιτός χωματόδρομος και άρχισε κάποια συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση με αυτοκίνητα φορτηγά της λεγόμενης «άγονης γραμμής», και από το 1963 έγινε η παρακαμπτήρια εθνική οδός Κοζάνης–Λαρίσης μέσω Μεταξά και εντεύθεν του χρόνου αυτού αποκαταστάθηκε τακτική συγκοινωνία, αφού επεκτάθηκε λίγο αργότερα ασφαλτοστρωμένος δρόμος μέχρι το Λιβαδερό. Έσπασε έτσι η απομόνωση και το χωριό πήρε άλλη κίνηση και άλλη μορφή.

Στο μεγαλύτερο διάστημα της Τουρκοκρατίας, ήταν ελεύθερο κεφαλοχώρι με αμιγή ελληνικό πληθυσμό, χωριό ορεινό και άγονο σε γεωργική παραγωγή, το οποίο περιοριζόταν στην καλλιέργεια και παραγωγή βρίζας, η οποία επίσης εξέλιπε κατά καιρούς και δεν επαρκούσε για τη διατροφή του πληθυσμού. Ο βιοπορισμός τους στηριζόταν περισσότερο στην κτηνοτροφία από γιδοπρόβατα, αγελάδες και χοιρινά. Διατηρούσαν κοπάδια από χοιρινά που τα εμπορεύονταν και προμήθευαν με μικρά χοιρίδια όλη την επαρχία Σερβίων. Ο Χαρίσιος Μιγδάνης περί τα 1820, αναφερόμενος στην επαρχία Σερβίων, μεταξύ άλλων σημειώνει

Όταν ο Αλή πασάς λίγο πριν από το 1800 απέκτησε κάποιες αρμοδιότητες στο χώρο της Μακεδονίας, με τις επεκτατικές του επιδρομές και με διάφορους δόλιους και δυναστικούς τρόπους άρπαζε το ένα μετά το άλλο τα χωριά και τα μετέτρεπε σε τσιφλίκια. Τότε κατέστησε και το Λιβαδερό τσιφλίκι μαζί με τα άλλα χωριά των Καμβουνίων. Με επιστολές τους προς τον Μητροπολίτη οι ιερείς των χωρίων ήθελαν να μεσολαβήσει, ώστε να τους επιστραφεί τα κτήματα ή να τους καταβληθεί η αξία.

Με την εξόντωση του Αλή Πασά το Δεκέμβριο του 1820, τα κτήματα περιήλθαν στην ιδιοκτησία της σουλτανικής αρχής ως ιμπλιάκια, δηλαδή ως εθνικά κτήματα που τα καλλιεργούσαν οι χωρικοί, με την υποχρέωση να παραδίνουν το ένα τρίτο της παραγωγής σε χρήμα στους νέους σουμπασήδες που εγκαταστάθηκαν στα χωριά.

Κατά τον Ιούλιο του 1820, ο ληστής Γεώργιος Σουλιώτης μαζί με άλλους 40, έδεσαν τον αδερφό του Παπαγιάννη και άλλους δύο και πήραν 600 πρόβατα, όπως αναφέρεται σε επιστολή προς τον επίσκοπο ο Βενιαμίν ο Χατζή Χαλίλ Αγάς, γενικός φρούραρχος των περιοχών Χασίων, Σερβίων, Ελασώνος και Καϊλαρίου. Ο Γεώργιος Σουλιώτης πρέπει να ήταν από τους γνωστούς αρχηγούς των συμμοριών.

Τον καιρό εκείνο, οι σουλτανικές δυνάμεις βρίσκονταν σε πλήρη και δυναμική σύγκρουση με τις δυνάμεις του Αλή Πασά και επικρατούσε γενική σύγχυση και αναρχία στην ύπαιθρο της Μακεδονίας και τηςΗπείρου. Είχαν αναπτυχθεί οργανωμένες συμμορίες που ταλαιπωρούσαν την ύπαιθρο, οι οποίες δεν υπηρετούσαν κανένα εθνικό ή άλλο σκοπό ή ιδεολογία, δρούσαν απλώς με την ψυχολογία, τη νοοτροπία και την αντίληψη του ληστού.

absudrum3

Κατά την επανάσταση του 1854, το Λιβαδερό ήταν μεταξύ των επαναστατημένων χωριών, γι’ αυτό και οι Τούρκοι, παρά τις υποσχέσεις τους κατά τη συμφωνία που έγινε με την αποχώρηση των επαναστατών ότι δεν θα προχωρούσαν σε αντίποινα, βγήκαν στο χωριό, επιδόθηκαν σε λεηλασίες και έκαψαν και την εκκλησία της Παναγίας.

Από το έγγραφο της 2-6-1891 καταχωρημένο στον εκκλησιαστικό κώδικα 48 του Ιστορικού Αρχείου, φαίνεται ότι ο ιερέας Μόκρου Παπαδημήτριος κλήθηκε στα Σέρβια και φυλακίσθηκε χωρίς αιτία.

Για πόσο χρόνο έμεινε φυλακισμένος και με ποιες συνθήκες και πότε απολύθηκε ή κάποια άλλα σχετικά δεν υπάρχουν πληροφορίες.Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1912 και για αρκετά χρόνια, όπως όλα τα χωριά των Χασίων ταλαιπωρήθηκε από τη δράση των ληστών και το κυνηγητό των Αστυνομικών Αρχών.

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου 1912-1940, δεν υπήρχε στην περιοχή και στο χωριό καμιά ιδιαίτερη έξαρση. Λειτούργησε σχολείο, οργανώθηκε η κοινότητα, αλλά η ζωή ήταν σκληρή. Δεν υπήρχαν γιατροί, συγκοινωνία και προστασία από το κράτος, εκτός από ένα μικρό Αστυνομικό σταθμό. Στα χρόνια αυτά, δεν προωθήθηκε ιδιαίτερα η αξιόλογα η οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Υπήρχαν μερικά τσελιγκάτα με μεγάλα κοπάδια, αλλά ο πολύς κόσμος ζούσε μέσα στην ανέχεια και σε άλλες δυσκολίες.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής (1941-1944), είχαν εγκατασταθεί αρχηγεία και στρατιωτικές ομάδες των αντάρτικων σωμάτων του ΕΛΑΣ και η πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ. Λειτουργούσαν εκεί Λαϊκά Δικαστήρια και ασκούνταν όλες οι εξουσίες. Το Λιβαδερό είχε γίνει η πρωτεύουσα της επαναστατημένης περιοχής. Οι κάτοικοι, όπως φάνηκε και από τα μεταγενέστερα χρόνια, δε συμμετείχαν πολύ στο επαναστατικό κίνημα, καθώς διαφωνούσαν με τα πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά συνθήματα του κινήματος και με τους τρόπους που ενεργούσε. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερα κατά τον Εμφύλιο του 1946-1949, αντιτάχθηκαν ενεργά κατά των ανταρτών, συγκροτώντας ένοπλες ομάδες κατά των επαναστατών.

Από τη λήξη του Ανταρτοπόλεμου και από τη δεκαετία του 1950 και μετά, στο Λιβαδερό παρατηρείται μια φυγή των κατοίκων είτε προς τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα είτε προς το εξωτερικό. Περισσότερα από 1500 άτομα έφυγαν προς Αυστραλία, Ελβετία, Δυτική Γερμανία, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Αθήνα και Σέρβια, στο χωριό όμως υπήρχε οικονομική δραστηριότητα από όσους έφυγαν και από όσους έμειναν πίσω. Το χωριό ανοικοδομήθηκε εξ ολοκλήρου, κτίσθηκαν σπίτια και κοινοτικά κτίσματα, σχολεία, διαμορφώθηκαν πλατείες και άλλοι κοινόχρηστοι χώροι, κατασκευάστηκε ασφαλτοστρωμένος αυτοκινητόδρομος και το χωριό απέκτησε τακτική και άνετη συγκοινωνία. Από το 1969, το χωριό επίσης ηλεκτροδοτήθηκε.

Επί του παρόντος, στο Λιβαδερό μένουν μόνιμα 1700 άτομα, τα οποία ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και με άλλα διάφορα βοηθητικά επαγγέλματα.

 

Αγαπητοί συγχωριανοί, φίλες και φίλοι

Σας καλωσορίζουμε στην ιστοσελίδα του Πολιτιστικού Συλλόγου Λιβαδεριωτών ΕλβετίαςΗ παράδοση, τα ήθη και έθιμα που δημιούργησαν και μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας μέσα από δύσκολα χρόνια διαβίωσης, αποτελούν την πολιτιστική μας κληρονομιά. Φιλοδοξία και καθήκον του Συλλόγου μας είναι αυτή τη πολιτιστική κληρονομιά να τη συντηρήσουμε, να τη αναζωπυρώσουμε και να τη κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές.

Η δημιουργία αυτής της ιστοσελίδας θεωρούμε ότι συμβάλλει στην επίτευξη αυτού του σκοπού. Στις σελίδες μας θα βρείτε στοιχεία που αφορούν την ιστορία και τη λαογραφία του Συλλόγου μας, φωτογραφίες του χθες και του σήμερα, ειδήσεις και πληροφορίες. Θα ήταν χαρά μας αν μέσω αυτής της ιστοσελίδας ανοίγαμε ένα παράθυρο επικοινωνίας με όλους τους συγχωριανούς μας στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Περιμένουμε τις παρατηρήσεις σας, τις ιδέες σας και τις προτάσεις σας προκειμένου να βελτιώσουμε και να εμπλουτίσουμε αυτή την ιστοσελίδα ώστε να αποτελέσει μία καλή πηγή πληροφόρησης και ενημέρωσης για κάθε επισκέπτη.

Καλή πλοήγηση
Τσιάμης Νικόλαος